Πότε είναι επικίνδυνα τα κόλλυβα;
Τα κόλλυβα αποτελούν ένα παραδοσιακό έδεσμα που παρασκευάζεται κυρίως από βρασμένο σιτάρι, ζάχαρη, ξηρούς καρπούς και σταφίδες. Από τη φύση τους δεν είναι επικίνδυνα τρόφιμα. Ωστόσο, λόγω της σύστασής τους και του τρόπου με τον οποίο συνήθως διανέμονται, μπορούν υπό προϋποθέσεις να αποτελέσουν αιτία τροφικής δηλητηρίασης. Ο βασικός παράγοντας κινδύνου δεν είναι τα ίδια τα υλικά, αλλά η υγρασία, η θερμοκρασία και οι συνθήκες υγιεινής κατά την παρασκευή και τη διατήρησή τους.
Το κύριο συστατικό των κολλύβων είναι το βρασμένο σιτάρι. Μετά το βράσιμο, αν δεν στραγγίξει και δεν στεγνώσει επαρκώς, παραμένει υγρό. Η υγρασία σε συνδυασμό με θερμοκρασία δωματίου δημιουργεί ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη βακτηρίων. Σε αμυλούχα τρόφιμα που έχουν μαγειρευτεί και παραμένουν εκτός ψυγείου για αρκετές ώρες μπορεί να αναπτυχθούν μικροοργανισμοί όπως το Bacillus cereus, το οποίο είναι γνωστό ότι προκαλεί γαστρεντερίτιδα. Το συγκεκριμένο βακτήριο επιβιώνει ακόμη και μετά το μαγείρεμα και μπορεί να πολλαπλασιαστεί όταν το τρόφιμο δεν ψύχεται σωστά.
Δείτε εδώ πώς θα φτιάξετε κόλλυβα
Ένας επιπλέον σημαντικός παράγοντας είναι ο χρόνος παραμονής των κολλύβων εκτός ψυγείου. Συχνά παρασκευάζονται από την προηγούμενη ημέρα, μεταφέρονται σε χώρους τελετών και παραμένουν για ώρες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος πριν διανεμηθούν. Η λεγόμενη «ζώνη κινδύνου» για τα τρόφιμα κυμαίνεται περίπου από 5 έως 60 βαθμούς Κελσίου. Σε αυτό το εύρος θερμοκρασίας τα βακτήρια πολλαπλασιάζονται ταχύτατα. Όσο περισσότερο παραμένει ένα τρόφιμο σε αυτές τις συνθήκες, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα αλλοίωσης και παραγωγής τοξινών.
Σημαντικό ρόλο παίζει και ο χειρισμός κατά τη διανομή. Τα κόλυβα συχνά εκτίθενται σε ανοιχτό χώρο και μοιράζονται σε μεγάλο αριθμό ατόμων. Η επαναλαμβανόμενη χρήση σκευών ή η επαφή με πολλά χέρια αυξάνει τον κίνδυνο επιμόλυνσης, ιδιαίτερα όταν δεν τηρούνται αυστηρά μέτρα υγιεινής. Ακόμη και αν το τρόφιμο ήταν αρχικά ασφαλές, μπορεί να επιμολυνθεί κατά τη διαδικασία διανομής.
Δείτε επίσης
Τα συμπτώματα μιας τροφικής δηλητηρίασης από αλλοιωμένα κόλυβα μπορεί να εμφανιστούν λίγες ώρες μετά την κατανάλωση και περιλαμβάνουν ναυτία, εμετό, διάρροια και κοιλιακό άλγος. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα συμπτώματα είναι ήπια και υποχωρούν μέσα σε ένα ή δύο εικοσιτετράωρα. Ωστόσο, σε ευπαθείς ομάδες όπως ηλικιωμένοι, μικρά παιδιά ή άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, η κατάσταση μπορεί να είναι πιο σοβαρή και να απαιτεί ιατρική αξιολόγηση.
Ο κίνδυνος αυξάνεται ιδιαίτερα όταν το σιτάρι δεν έχει στεγνώσει καλά μετά το βράσιμο, όταν τα κόλυβα παραμένουν για πολλές ώρες εκτός ψυγείου ή όταν έχουν παρασκευαστεί σε συνθήκες που δεν πληρούν βασικούς κανόνες υγιεινής. Αντίθετα, όταν το σιτάρι στραγγίζει και στεγνώνει σωστά, όταν το έδεσμα διατηρείται σε ψυχόμενο περιβάλλον μέχρι λίγο πριν τη χρήση και όταν εφαρμόζονται απλοί κανόνες καθαριότητας, ο κίνδυνος μειώνεται σημαντικά.
Επομένως τα κόλυβα δεν είναι από μόνα τους επικίνδυνα. Η πιθανότητα δηλητηρίασης σχετίζεται κυρίως με τη διαχείριση και τη συντήρησή τους. Η σωστή ψύξη, ο περιορισμός του χρόνου έκθεσης σε θερμοκρασία δωματίου και η τήρηση βασικών κανόνων υγιεινής αποτελούν τα βασικά μέτρα για την αποφυγή τροφικής δηλητηρίασης.
Δείτε εδώ πότε κάνουμε Αγιασμό και πότε Ευχέλαιο
Οι απόψεις που εκφράζονται στα σχόλια των άρθρων δεν απηχούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της ιστοσελίδας μας, το οποίο ως εκ τούτου δεν φέρει καμία ευθύνη. Για τα άρθρα που αναδημοσιεύονται εδώ με πηγή, ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρουμε καθώς απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών τους και δεν δεσμεύουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την ιστοσελίδα.




